«Εδωσα λέξεις στ’ απερίγραπτο». Λέξεις, δεκάδες λέξεις, εκατοντάδες λέξεις, εκατομμύρια λέξεις από το πρωί που έχουμε έρθει στη Μάνδρα επιχειρούν να περιγράψουν το απερίγραπτο. Με ποιες λέξεις περιγράφεις τον πνιγμό της μάνας σου;

Με πόσες λέξεις ιστορείς τον χαμό των δυο φίλων σου; Κι άλλες λέξεις – μιλάει ο υπουργός, μιλάει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μιλάει η δήμαρχος, «μιλάνε όλοι ακατάπαυστα κι η πόλη βουβή», που λέει το κορίτσι στον καφενέ.

«Εδωσα λέξεις στ’ απερίγραπτο», ο Ρεμπό το λέει αυτό κι αυτός κατάφερε και κάτι ακόμα: «Σταμάτησα την περιδίνηση». Πώς σταματάει αυτή η περιδίνηση;

Το δημοτικό αυτοκίνητο επαναλαμβάνει την ανακοίνωση: από σήμερα οι αιτήσεις για το έκτακτο βοήθημα, διακοπή του νερού μεθαύριο, φωτογράφος για ταυτότητες θα βρίσκεται στο δημαρχείο. Μόνο η μονότονη φωνή ακούγεται δυνατά στην πόλη. Τίποτα άλλο, καθώς οι άνθρωποι παλεύουν ακόμα με τις λάσπες στους δρόμους, στις πλατείες, στα σπίτια.

Τίποτα άλλο, καθώς η Πυροσβεστική ακόμα αντλεί νερά. Τίποτα άλλο, αφού στους δρόμους δεν παίζουν παιδιά, δεν σουλατσάρουν περαστικοί, δεν κινούνται αυτοκίνητα.

Μετά την ένταση, την αδρεναλίνη, την οργή, η Μάνδρα είναι μια πόλη παραδομένη στο πένθος.

«Πώς πάνε τα πράγματα;». Σιωπή.

«Τι ελπίζετε τώρα;». Σιωπή.

«Είστε ευχαριστημένοι από τον κρατικό μηχανισμό;». Σιωπή.

«Είστε θυμωμένοι με την Πολιτεία;». Σιωπή.

«Τελικά, ποιος φταίει για όλα αυτά;». Σιωπή.

Η σιωπή τους προς απάντησή μας, σε όλους μας. Θέλει πολλή υπομονή αυτή η σιωπή για να την ακούσεις: για να ψελλίσει το κορίτσι στον καφενέ «όλοι μετράμε πληγές, η αξιοπρέπειά μας κι οι νεκροί δεν μας επιτρέπουν να κλαιγόμαστε».

Για να σου πει ο -ας τον πούμε, αφού δεν θέλει να δημοσιευτεί το όνομά του- Γιώργος «η μάνα μου ήταν μια πολύ γλυκιά γριούλα, η νεκροψία λέει πως πνίγηκε από όμβρια ύδατα και κοκκινόχωμα».

Για να σου περιγράψει ο Οδυσσέας «το κύμα ήρθε ξαφνικά, τρία μέτρα ψηλό, έτρεχε το νερό με 100 χιλιόμετρα την ώρα».

Θέλει μεγάλο σεβασμό αυτή η σιωπή για να επιχειρήσεις να την καταλάβεις. «Ερχονται όλοι με μια κάμερα για να κάνουν τις φιέστες τους, έρχονται οι επιχειρηματίες ομαδάρχες, έρχονται οι φιλάνθρωπες μεγαλοκυρίες, μοιράζουν αντί για καθρεφτάκια γαλότσες στα παιδάκια – ένα πανηγύρι με φόντο μια πνιγμένη πόλη», όπως λέει και η Ελένη.

Θέλει και ταπεινότητα αυτή η σιωπή για να της απευθυνθείς. «Βγαίνουν νυχθημερόν στα κανάλια και τσακώνονται», λέει ο Παναγιώτης.

«Τσακώνεται η δήμαρχος με την αντιπολίτευση, η περιφερειάρχης με τη δήμαρχο, η κυβέρνηση με την αντιπολίτευση, όλοι με όλους και κανείς δεν έχει βγει με λεβεντιά να πει εδώ έγινε το λάθος, σ’ αυτό φταίω, αναλαμβάνω την ευθύνη σ’ αυτό το σημείο και θα πράξω ένα, δύο, τρία… Δείχνουν ο ένας τον άλλο με το δάχτυλο και κυλιούνται στις λάσπες, στις πολιτικές λάσπες, που είναι χειρότερες».

«Η πόλη γονάτισε, η πόλη έχει τσακίσει», λέει η Μαρία. «Πώς θα ξαναφτιάξουμε τις ζωές μας; Πώς θα ξαναμπεί η Μάνδρα σ’ έναν ρυθμό; Και πότε; Κι αυτά τα παιδιά που κάθε μέρα βλέπουν αυτό το βομβαρδισμένο τοπίο, πώς θα το ξεπεράσουν; Τα παιδιά είναι σε κατάσταση σοκ, ακόμα και η πόλη τούς θυμίζει εκείνη τη μέρα. Κάποιοι γονείς θέλουν να τα πάρουν και να τα γράψουν σε σχολεία στην Ελευσίνα για να αλλάζουν παραστάσεις. Μπορεί και να έχουν δίκιο… Τι να κάνουμε; Τι πρέπει να κάνουμε για τα παιδιά;».

Στα σπίτια, στα καφενεία, στα μαγαζιά που λειτουργούν δεν υπάρχει άλλο θέμα συζήτησης: καθένας έχει μια ιστορία, καθένας έχει μια στιγμή φρίκης να μοιραστεί κι όλοι μοιράζονται την ίδια αγωνία.

Και το ίδιο συναίσθημα: μετά την οργή είναι η βαθιά, αβάσταχτη θλίψη. Είναι η απώλεια σε κάθε της μορφή: η ζωή τους που τέμνεται σε πριν και μετά, η καθημερινότητα που χάθηκε ανεπιστρεπτί, η κανονικότητα, οι άνθρωποι, η πόλη, τα σπίτια.

«Πριν την πλημμύρα ήμασταν όλοι οικονομικά μεταξύ φθοράς κι αφθαρσίας, παλεύαμε για την επιβίωση, άλλοι με ελπίδες κι άλλοι χωρίς. Τώρα τι μας περιμένει;».

Στο καφενείο της Δοξούλας όλες οι ερωτήσεις είναι στην πραγματικότητα η εξής μία: Υπάρχει μέλλον; Πότε θα δοθεί η αποζημίωση; Πόσα θα είναι τα χρήματα; Γιατί αργούν; Πού θα βρω τα δικαιολογητικά; Για πόσα φτάνουν 5.000 ευρώ; Πώς ξαναφτιάχνεις το μαγαζί σου με 8.000 ευρώ; Εσύ τι έχασες; Τι θα δώσουν για τα χωράφια; Τι λένε οι ασφαλιστικές για τα αυτοκίνητα;

Αλλά η πιο σκληρή ερώτηση είναι: εσύ έχασες κάποιον;

«Το κακό πάντα προειδοποιεί», λέει ο Γιώργος καθώς μας ξεναγεί με το αυτοκίνητό του στην έρημη πόλη. Από τα σοκάκια της παλιάς Μάνδρας ψηλά στο βουνό μέχρι την πλατεία Δροσιάς κι από το σχολείο μέχρι την καντίνα του Οδυσσέα, ο Γιώργος ξεδιπλώνει την ιστορία της πόλης του, που 15 μέρες μετά είναι ακόμα βουτηγμένη στη λάσπη και μυρίζει πετρέλαιο.

Η καντίνα βρίσκεται έξω από τη Μάνδρα, στην παλιά Εθνική Οδό. Είναι εδώ που πνίγηκαν οι δύο κυνηγοί. Από την καντίνα δεν έχει απομείνει τίποτα, μονάχα μπάζα, ερείπια και μια κούκλα της βιτρίνας σαν σκιάχτρο για τα πουλιά, εκεί που κάποτε ήταν μπαξές. Εκεί βρήκαμε τον Οδυσσέα, μονάχο του καταμεσής στα ερείπια.

«Πίσω εδώ ήταν το ρέμα, κατέβαζε πάντα νερό, αλλά ποτέ πριν τέτοιο πράγμα», διηγείται ο Οδυσσέας. «Ολη τη νύχτα μπουμπούναγε ο Πατέρας, αλλά εδώ δεν έριξε σταλιά νερό. Ηρθαν οι φίλοι μου να με πάρουν για κυνήγι. Ξαφνικά κατέβηκε το νερό, έτρεχε σαν διάολος, έπαιρνε τις νταλίκες σαν σπιρτόκουτα, αυτό το δοχείο εδώ ήταν γεμάτο με 5 τόνους νερό και το κούναγε πέρα δώθε. Ημασταν καμιά 10αριά εδώ. Οι 8 τρέξαμε στο πεύκο, οι 4 σκαρφαλώσαμε κι οι άλλοι κρατιόντουσαν από τον κορμό του. Ο ένας φίλος μου πήγε να σώσει το αμάξι – μην πας, δεν βλέπεις το νερό; Του φώναζα, αλλά δεν άκουγε… Πάει αυτός… Ο άλλος δεν πρόλαβε να πιαστεί από πουθενά. Πάει κι αυτός… Μείναμε καμιά ώρα έτσι πάνω στο δέντρο… Αλλες τρεις φορές είχε κατέβει το νερό, αλλά ποτέ τέτοιο κακό…».

«Καταλαβαίνεις τώρα», μου λέει ο Γιώργος. «Το κακό πάντα προειδοποιεί, δίνει σημάδια. Εμείς όλοι -και οι πολιτικοί και οι κάτοικοι- τα αγνοήσαμε. Κανείς δεν πιστεύει ότι το κακό θα χτυπήσει το δικό του σπίτι. Ετσι και τώρα, θα ξεχάσουμε όλοι γρήγορα. Και οι πολιτικοί θα ξεχάσουν και εσείς οι δημοσιογράφοι θα μας ξεχάσετε κι εμείς οι ίδιοι ακόμα θα ξεχαστούμε. Υστερα το κακό θα χτυπήσει αλλού. Και πάλι θα μείνουμε άφωνοι και πάλι θα ορυόμαστε για τις ευθύνες και πάλι πονεμένοι αλλά επιλήσμονες θα συνεχίσουμε τις ζωές μας. Το κακό προειδοποιεί, αλλά δεν το ακούμε. Και δεν μαθαίνουμε τίποτα…».

Η μητέρα του Γιώργου κηδεύτηκε μετά από κόπο στο σμπαραλιασμένο νεκροταφείο της Μάνδρας.

«Επρεπε να βρεθεί χώρος μες στο χάος, αλλιώς θα την πηγαίναμε στην Ελευσίνα. Η κηδεία της έγινε δημοσία δαπάνη – δεν ήταν δημόσιο πρόσωπο, ήταν απλώς μια γλυκιά γριούλα και χαρούμενη πολύ. Να μην το ξεχάσεις, να μην το ξεχάσουμε, το κακό προειδοποιεί».

Πώς δίνεις λέξεις στο απερίγραπτο; Πώς σταματάς την περιδίνηση; Ψάχνω τις λέξεις καθώς ο Μάλαμας τραγουδά:

«Είμαι ο πολίτης της Σιωπής / και αιχμάλωτος του κόσμου των αγορών / Αγρυπνος παρατηρητής / της ιστορίας των ξεχασμένων».

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here